Δήμος Φαλαισίας Αρκαδία Ελλάδα

Home ΙΣΤΟΡΙΑ Πάρκο Ηρώων ΝΙΚΗΤΑΡΑΣ

ΝΙΚΗΤΑΡΑΣ

ΣΤΑΜΑΤΕΛΟΠΟΥΛΟΣ Νικήτας (ΝΙΚΗΤΑΡΑΣ) του Σταματέλου (ΤΟΥΡΚΟΛΕΚΑ η ΤΟΥΡΚΟΛΕΚΙΩΤΗ) και της Σοφίας ΚΑΡΟΥΤΣΟΥ (κόρης προεστού του Ακόβου)

Γεννήθηκε το 1782 στο χωριό Αναστάσοβα (της σημερινής Μεσσηνίας) όπου είχαν καταφύγει οι διωκόμενοι από τους Τούρκους του Λεονταρίου, γονείς του. Πέρασε τα παιδικά του χρόνια στο χωριό του πατέρα του, το σημερινό Τουρκολέκα. Ήταν 11 χρονών όταν αθελά του έγινε μάρτυρας βιασμού Ελληνίδας από Τούρκο στρατιώτη και, όπως λέγεται, του άρπαξε το όπλο και τον εκτέλεσε επί τόπου. Έκτοτε ακολουθούσε τον κλέφτη πατέρα του και λίγα χρόνια αργότερα εντάχθηκε στο σώμα του περιώνυμου κλέφτη Ζαχαριά Παντελαίου από τη Μπαρμπίτσα Λακωνίας (ΜΠΑΡΜΠΙΤΣΙΩΤΗ). Κατά τον μεγάλο διωγμό των κλεφτών το χειμώνα του 1806, κατέφυγε στη Ζάκυνθο και για κάποιο διάστημα υπηρέτησε στα ελληνικά σώματα της Επτανήσου.

Την 18-10-1818 ευρισκόμενος κρυφά στην Καλαμάτα μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία από τον Η. Χρυσοσπάθη. Τον Ιούλιο του 1819 βρισκόταν κρυφά στον Μοριά μαζί με τον ξάδελφό του Δημήτριο Πλαπούτα (Κολιόπουλο) και παρολίγο να συλληφθούν από τους Τούρκους για τις επαναστατικές ενέργειές τους. Την 6-1-1821 επέστρεψε στην Σκαρδαμούλα (Καρδαμύλη) της Μάνης μαζί με την θεία του Κολοκοτρώνη, (Η μάνα του Νικηταρά ήταν αδελφή της γυναίκας του Κολοκοτρώνη).

Έλαβε μέρος στην κατάληψη της Καλαμάτας την 23-3-1821 και έκτοτε πολέμησε σε πολλές μάχες: Βαλτετσίου, Δολιανών, Λειβαδιάς, Τριπολιτσάς, Ναυπλίου, Στυλίδας, Αγίας Μαρίνας, Δερβενακίων, Αγιονορίου, Μεσολογγίου, Αράχωβας, Φαλήρου κ.λ.π. Η ανδρεία, η φιλοπατρία και η ανιδιοτέλειά του, υπήρξαν παροιμιώδεις. Από τα πλούσια λάφυρα που περιήλθαν στους Έλληνες από την διάλυση της στρατιάς του Δράμαλη του προσέφεραν ένα πολύτιμο σπαθί, το οποίο δώρισε στο κράτος για να ενισχυθούν με πολεμοφόδια οι πολιορκούμενοι Μεσολογγίτες και μια ταμβακοθήκη την οποία έστειλε στη γυναίκα του Αγγελίνα, κόρη του ξακουστού Ζαχαριά. Στον εμφύλιο του 1823 - 1824 έλαβε το μέρος του Κολοκοτρώνη και αργότερα έφυγε στο Μεσολόγγι να πολεμήσει τον Κιουταχή και έτσι δεν φυλακίσθηκε. Όταν τον Αύγουστο του 1834 στη Μεσσηνία εκδηλώθηκε αντικυβερνητικό κίνημα τον φυλάκισαν προσωρινά. Το 1839 τον κατηγόρησαν άδικα ως στρατιωτικό αρχηγό της Φιλορθόδοξης Εταιρείας, η οποία επεδίωκε την απελευθέρωση από την Οθωμανική σκλαβιά όλων των ελληνικών πληθυσμών. Την 12-12-1839 τον φυλάκισαν στην Αίγινα , την 12-7-1840 έγινε η δίκη του και αθωώθηκε, αλλά τον άφησαν στην φυλακή μέχρι την 18-9-1941. Ελευθερώθηκε σχεδόν τυφλός με κλονισμένη υγεία και παρέμεινε στον Πειραιά πάμπτωχος και παραγκωνισμένος. Μετά την συνταγματική εξέγερση του 1843 του δόθηκε ο βαθμός του υποστράτηγου και το 1847 διορίσθηκε γερουσιαστής. Από εκεί εξασφάλισε μια πενιχρή σύνταξη που ήταν ο μοναδικός πόρος της ζωής του. Με την αγαπημένη του Αγγελίνα Ζαχαριά απέκτησε έναν γιο, τον Ιωάννη, ο οποίος έγινε στρατιωτικός και πέθανε άτεκνος, και δύο κόρες. Την Ρεγγίνα, και μια ακόμη που δεν εξακριβώθηκε το όνομά της, αλλά φέρεται ως παραφρονήσασα τον Σεπτέμβριο του 1841, όταν είδε τον πατέρα της σε πολύ κακή κατάσταση. Πέθανε την 25-9-1849 στον Πειραιά.