Καταφύγιο στους ορεινούς όγκους της βόρειας πλευράς του Ταϋγέτου έχει βρει η Φαλαισία, που δεσπόζει στη νότια περιοχή της επαρχίας Μεγαλοπόλεως και μοιάζει σφηνωμένη μεταξύ των γειτονικών νομών Λακωνίας και Μεσσηνίας.
Η βόρεια ακροσειρά του αγέρωχου βουνού, τη διαιρεί σε δύο τμήματα: την ανατολική και την δυτική, γεγονός που είχε ως αποτέλεσμα την διαμόρφωση δύο κοιλάδων, που διασχίζονται από τους πανάρχαιους ποταμούς Θειούντα (Κουτοφαρίνα) και Καρνίωνα (Ξερίλα), αντίστοιχα.
Το νήμα της ιστορίας της χάνεται στα βάθη των αιώνων. Όχι όμως και η ετυμολογία του ονόματός της, που σημαίνει τον φωτεινό και καλότυχο τόπο. Προέκυψε, σύμφωνα με τους φιλολόγους, από την συνένωση του ρήματος φάω, το οποίο στα νέα ελληνικά ερμηνεύεται ως λάμπω (ή σύμφωνα με άλλη εκδοχή του επιθέτου φαλός, που σημαίνει λαμπρός) και του επιθέτου αίσιος.
Το στίγμα της Φαλαισίας φτάνει ως τις μέρες μας χάρη και στον Παυσανία, τον σπουδαίο περιηγητή του 2 ου αιώνα μ.Χ., ο οποίος αναφέρει στο έργο του «Ελλάδος Περιήγησις» και ιδιαιτέρως στα «Αρκαδικά» ( VIII, 35,3) τα εξής: «Ο δρόμος που ενώνει την Μεγαλόπολη και την Λακεδαίμονα φτάνει στον Αλφειό σε τριάντα στάδια και από εκεί στον Θειούντα, που χύνεται κι αυτός στον Αλφειό. Στην συνέχεια, αφού προχωρήσουμε έχοντας στα αριστερά μας τον Θειούντα, φτάνουμε στις Φαλαισίες, που απέχουν σαράντα στάδια από τον Αλφειό και είκοσι στάδια από το Ερμαίο της περιοχής της Βελεμίνας», όπου ένα στάδιο ισούται με περίπου 177,40 μ. όταν πρόκειται για μέτρηση γεωγραφικών αποστάσεων. Δεδομένου δε, ότι στο πρωτότυπο κείμενο παραδίδεται η λέξη «Φαλαισίαι» εικάζουμε πως επρόκειτο για πολλούς οικισμούς οι οποίοι βρίσκονταν στην περιοχή με την συγκεκριμένη ονομασία.
Έξι οικιστικά κέντρα της Φαλαισίας, που κατοικήθηκαν από τα γεωμετρικά έως τα ρωμαϊκά χρόνια, δηλαδή από τον 9 ο αιώνα π.Χ. έως τον 4 ο αιώνα μ.Χ., έχει αποκαλύψει έως σήμερα η αρχαιολογική σκαπάνη και τα ευρήματά τους αποτελούν αδιάψευστους μάρτυρες της μακραίωνης ιστορίας της.
Η ευρύτερη περιοχή της σημερινής Φαλαισίας ονομαζόταν Αιγύτις και περιελάμβανε κατά πάσα πιθανότητα την δυτική Φαλαισία, το Λεύκτρον (σημερινό Λεοντάρι), την ανατολική Φαλαισία, εκτός του αρχαίου Ορεσθασίου (κοντά στο σημερινό Ανεμοδούρι), και τμήματα της σημερινής βόρειας Λακωνίας (Βελεμίνα) και ίσως και της επαρχίας Μαντινείας (Σκυρίτδα).
Κάτοικοι της ευρύτατης αυτής περιοχής ήταν οι Αιγύτες, μια ξεχωριστή φυλετική ομάδα του φύλου των Αρκάδων και ως πρωτεύουσα είχαν την Αίγυν, που έχει ταυτιστεί από την αρχαιολογική έρευνα με την θέση Τσάμαινα του χωριού Καμάρα. Όσο για την ιστορία της μάλλον ταραγμένη θα μπορούσε να χαρακτηριστεί δεδομένου ότι η περιοχή αποτέλεσε ουκ ολίγες φορές το μήλον της Έριδος ανάμεσα στους Αρκάδες και τους Λακεδαιμόνιους. Η σπαρτιατική υπεροχή διαφάνηκε ωστόσο ήδη από την γεωμετρική εποχή, δηλαδή από τον 9 ο αιώνα π.Χ., οπότε οι Σπαρτιάτες εξανδραπόδισαν την Αίγυν, επειδή φοβούνταν πως οι Αιγύτες ήταν φιλικά διακείμενοι προς τους Αρκάδες, και την μετέτρεψαν σε περιοικίδα πόλη της Σπάρτης.
Στους σημαντικούς οικισμούς κατατάσσεται και το Ορεσθάσιο λόγω κυρίως της σημαντικής στρατιωτικής του θέσης, πάνω στο σημαντικό σταυροδρόμι, όπου ο δρόμος από την Λακωνία προς τον Αλφειό συναντούσε εκείνον που οδηγούσε από την Μεσσηνία προς την Ασεατική. Τα κατάλοιπα μεγάλου αρχαίου οικισμού, διαστάσεων 450Χ200 μ. (σημειωτέον διέθετε και ακρόπολη), που εντοπίστηκαν κοντά στο χωριό Ανεμοδούρι και πιο συγκεκριμένα στις θέσεις Παλαιόλακκα και Γκρουμουρού, ταυτίζονται σύμφωνα με τους αρχαιολόγους με το Ορεσθάσιο, το οποίο αναφέρεται και από τον Παυσανία ( VIII, 44,2).
Η Μαλέα (ή σύμφωνα με άλλες εκδοχές Μαλαία, Μηλέα ή Μηδέα), που ανήκε στην Αιγύτιδα, τοποθετείται στη βόρεια περιφέρεια του χωριού Βουτσαράς και πιο συγκεκριμένα στην θέση Μαλιόκαμπος ή Μαλικάμπος, βορειοανατολικά του ποταμιού της Κουτουφαρίνας. Αρχιτεκτονικά μέλη και πλούσια δείγματα κεραμικής αποδεικνύουν την ύπαρξη μεγάλου αρχαίου οικισμού σε έκταση τουλάχιστον 150 στρεμμάτων, ενώ από τα αρχαιολογικά ευρήματα θα πρέπει να επισημάνουμε και την ορθογώνια επιτύμβια στήλη, που εντοπίστηκε εντοιχισμένη σε πηγάδι στη θέση Άγιος Ιωάννης και στην οποία αναφέρεται το όνομα Αμεύσιππος. Η σημασία της είναι ιδιαίτερη δεδομένου ότι η στήλη, που χρονολογήθηκε στις αρχές του 5 ου αιώνα π.Χ. είναι και η πρώτη επιτύμβια, που αποκαλύφθηκε στην περιφέρεια της νότιας Μεγαλοπολίτιδας.
Ο οικισμός αυτός λοιπόν εικάζεται ότι αποτελούσε το οικιστικό κέντρο της περιοχής και παρόλο που βιβλιογραφικά δεν μαρτυρείται, οι αρχαιολόγοι πιστεύουν πως πρέπει να ταυτιστεί με την αρχαία Μαλέα, την πρωτεύουσα της Μαλεάτιδος χώρας.
Το Λεύκτρο, που ταυτίζεται με την έδρα του σημερινού δήμου, το Λεοντάρι, κατοικούνταν από Αιγύτες και αποτελούσε ένα από τα οικιστικά κέντρα της Αιγύτιδας χώρας, όπως δείχνουν τα αρχιτεκτονικά λείψανα, τα ευρήματα κεραμικής, αλλά και τα κατάλοιπα του αρχαίου τείχους. Από τον 8 ο έως τον 4 ο αιώνα π.Χ. ανήκε στις περιοικίδες πόλεις της Σπάρτης, ενώ το 369 π.Χ. συμμετείχε στον συνοικισμό της Μεγάλης Πόλεως. Η θέση του ήταν κομβική καθώς στην συγκεκριμένη θέση διασταυρώνονταν τρεις μεγάλοι οδικοί άξονες: Σπάρτης - Ευρώτα - Μεσσηνίας ή και Μεγαλοπόλεως - Ολυμπίας, καθώς και Μεσσηνίας - Ορεσθασίου - Ασεατικής.
Την ίδια ιστορική πορεία κατά την αρχαιότητα φαίνεται να ακολούθησε και η Βελεμίνα (ή Βέλμινα σύμφωνα με άλλη εκδοχή), που τοποθετείται στα όρια με την Λακωνία, κοντά στις πηγές του Ευρώτα.
Η καρδιά των Φαλαισιών, όμως, φαίνεται πως χτυπούσε στην περιφέρεια του σημερινού χωριού Φαλαισία. Προς την άποψη αυτή συνηγορούν και τα αρχαιολογικά ευρήματα και κυρίως τα πλούσια δείγματα τμημάτων αγγείων, που χρησιμοποιήθηκαν από την κλασική έως και την ρωμαϊκή εποχή.
Στα βυζαντινά χρόνια και πιο συγκεκριμένα στην περίοδο των Παλαιολόγων, η διοίκηση της περιοχής είχε περάσει στα χέρια δύο τιμαριούχων, του Κοσιανίτη και του Γκοτζαμάνη, ονόματα που απαντώνται και σήμερα ως τοπωνύμια στην Φαλαισία.
Την περίοδο της Τουρκοκρατίας το μένος του κατακτητή, που κατέστρεψε σχεδόν ολοσχερώς τις Φαλαισίες, ανάγκασε τους ελάχιστους κατοίκους που γλίτωσαν από τον χαλασμό να μετεγκατασταθούν στην θέση που βρίσκεται σήμερα το χωριό Φαλαισία, αν και τότε δεν ήταν παρά μια δασώδης και αφιλόξενη έκταση. Η τουρκική επιδρομή όμως δεν αποδείχθηκε αρκετή για να κρατήσει τους κατοίκους της Φαλαισίας μακριά από τον εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα. Έγγραφα και μαρτυρίες αποδεικνύουν την προσφορά τους.
Εξάλλου στην ευρύτερη περιοχή της Φαλαισίας ανδρώθηκαν και έδρασαν κορυφαίες μορφές του ελληνικού επαναστατικού Αγώνα. Ο Γέρος του Μοριά, Θεόδωρος Κολοκοτρώνης από τα εφηβικά του χρόνια κιόλας στο Άκοβο, όπου ζούσε με την οικογένεια του, είχε διοριστεί οπλαρχηγός από τους κατοίκους, ενώ λίγα μόνο χρόνια αργότερα νυμφεύθηκε την κόρη του Ακοβίτη προεστού της περιοχής Λεονταρίου, Κατερίνα Καρούτσου και δοκιμάστηκε ως κλέφτης αρχικά και ως κάπος αργότερα πριν αναλάβει πρωταγωνιστικό ρόλο στην Επανάσταση. H επιτυχία του μάλιστα στην μάχη της Δραμπάλας, όπου με 6.000 άντρες αντιμετώπισε πλέον από τους διπλάσιους αντιπάλους και αναπτέρωσε το ηθικό των Ελλήνων, τον Ιούνιο του 1825, γιορτάζεται ακόμη και σήμερα την ημέρα της Πεντηκοστής στο εκκλησάκι της Αγίας Παρασκευής.
Μια άλλη μεγάλη μορφή του Αγώνα, ο Νικήτας Σταματελόπουλος ή πιο γνωστός στην Ιστορία ως Νικηταράς γεννήθηκε και μεγάλωσε στο Τουρκολέκα, χωριό από το οποίο είχε πάρει το όνομά του και ο πατέρας του Σταματέλος Τουρκολέκας, ενώ η μητέρα του δεν ήταν άλλη από την Σοφία Καρούτσου, αδελφή της συζύγου του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη. Ο «Τουρκοφάγος», όπως είναι το προσωνύμιο που απέκτησε ύστερα από την νίκη στα Δολιανά, καθώς δεν δίστασε με 150 συναγωνιστές του να αντιμετωπίσει με εξαιρετική επιτυχία κάπου 6.000 Τούρκους, έδωσε το παρόν σε μεγάλες μάχες, όπως στην Καλαμάτα, το Βαλτέτσι, στα Δερβενάκια, στην Στερεά και στο Φάληρο στο πλευρό του Καραϊσκάκη. Οι πολιτικές αντιπαραθέσεις που κυριάρχησαν στο νεοϊδρυθέν ελληνικό κράτος ωστόσο οδήγησαν στην φυλακή τον Φιλικό και στενό συνεργάτη του Καποδίστρια, ενώ άρρωστος και απομονωμένος πέρασε στον Πειραιά τα τελευταία χρόνια της ζωής του.
Από τους σημαντικότερους αγωνιστές της Ελληνικής Επανάστασης ο κληρικός Παπαφλέσσας (Γρηγόριος Δικαίος) άφησε κι αυτός την σφραγίδα του στην περιοχή της Φαλαισίας και συγκεκριμένα στο μοναστήρι της Ρεκίτσας, όπου και μόνασε μέχρι να φύγει για την Κωνσταντινούπολη το 1917 και αφού είχε έλθει σε σύγκρουση με τον Χασάν Αγά μπέη της Καλαμάτας, για να επιστρέψει αργότερα ως μέλος της Φιλικής Εταιρείας και να προσφέρει τα μέγιστα με κορυφαία στιγμή την ηρωική του θυσία στο Μανιάκι εναντίον των δυνάμεων του Ιμπραήμ.
Το Δυρράχι έχει να καυχιέται για τον Παναγιώτη Κεφάλα, που με προϊστορία κλέφτη στα αρκαδικά βουνά δεν δίστασε να ακολουθήσει τον Παπαφλέσσα και να σταθεί στο πλευρό του, στην κατάληψη της Καλαμάτας στις 23 Μαρτίου του 1821 γράφοντας την αρχή μιας σειράς ηρωικών συμμετοχών στον Αγώνα: στο πλευρό του Κολοκοτρώνη στα βουνά της Αρκαδίας, στην πολιορκία της Τριπολιτσάς με το σώμα του Αναγνωσταρά, όπου υπήρξε από τους πρώτους που ύψωσε στα τείχη της πόλης την ελληνική σημαία, ενώ πολέμησε και κατά της στρατιάς του Δράμαλη έως τον θάνατό του την 20-5-1825 από την στρατιά του Ιμπραήμ. Καίτοι διαφώνησε με τον Παπαφλέσσα για τον χώρο που είχε επιλέξει να δοθεί η μάχη, έμεινε και πολέμησε. Όταν είδε ότι η πλάστιγκα έγειρε υπέρ του Ιμπραήμ προσπάθησε να διασπάσει τις εχθρικές γραμμές και εφονεύθη στο διπλανό χωριό Μαργέλι.
Αρχαία τείχη, βυζαντινές εκκλησιές και μοναστήρια, βυζαντινά και φράγκικα κάστρα και τόποι που εκτυλίχθηκαν σημαντικές μάχες κατά την διάρκεια της Ελληνικής Επανάστασης είναι μερικοί μόνο από τους πόλους έλξης για τον επισκέπτη, που θα φτάσει έως την ξεχωριστή ορεινή γωνιά της Φαλαισίας. Μνημεία, τα οποία αναλυτικά στην συνέχεια θα μας «ξεδιπλώσουν» την ιστορία και τα μυστικά τους και θα μας επιτρέψουν να ανασυνθέσουμε την πλούσια και ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα πορεία της περιοχής στο χρόνο.
ΙΣΤΟΡΙΑ 