Δήμος Φαλαισίας Αρκαδία Ελλάδα

Home ΙΣΤΟΡΙΑ Κάστρα Κάστρο Χελμού

Κάστρο Χελμού

Ένα σημαντικό κεφάλαιο της ιστορίας της περιοχής, είναι γραμμένο στα ερείπια των άλλοτε επιβλητικών κάστρων της. Από την αρχαιότητα μέχρι και την Επανάσταση του 1821 γνώρισαν μέρες δόξας και παλικαριάς, ενώ χρυσή εποχή τους θεωρείται εκείνη της φραγκοκρατίας. Σήμερα, αλλού λιγοστά και ταπεινά και αλλού περισσότερο εντυπωσιακά τα κάστρα του δήμου Φαλαισίας, στέκουν αγέρωχα για να θυμίζουν στους περαστικούς την διαχρονική ανθρώπινη παρουσία και να κρατούν ζωντανούς μύθους και θρύλους.

Η στρατηγικής σημασίας θέση του όρους Χελμός (νοτιοανατολικά του χωριού Σκορτσινός), που επιτρέπει σε όποιον βρίσκεται στην ύψους 769 μέτρων κορυφή του να αγναντεύει τόσο την βόρεια λακωνική πεδιάδα έως το οχυρό του Αγίου Κωνσταντίνου στη Σελλασία, όσο και τη λεκάνη της Μεγαλοπολίτιδας μέχρι την Καρύταινα, ήταν και ο βασικός λόγος που από την αρχαιότητα κιόλας είχε αποκτήσει οχυρό χαρακτήρα, όπως άλλωστε μαρτυρούν και τα αρχιτεκτονικά κατάλοιπα των διαφορετικών χρονικών περιόδων: ο εξωτερικός περίβολος, το εγκάρσιο τείχος και οι μεσαιωνικές οχυρώσεις.

Ανάγεται στα μυκηναϊκά χρόνια με το όνομα Αθήναιον και μάλιστα πριν τον 11 ο αιώνα π.Χ. οπότε, με βάση και την κεραμική που εντοπίστηκε στον χώρο, τοποθετείται χρονικά η κατασκευή του εξωτερικού περιβόλου, που «αγκαλιάζει» περιμετρικά το πλάτωμα της κορυφής του λόφου. Δομημένος από μεγάλους αδρούς λίθους, χωρίς ενδιάμεσο συνδετικό υλικό, φαίνεται πως διέθετε ικανό αριθμό ημικυκλικών πύργων.

Από ημικυκλικούς πύργους ενισχυόταν και το μεταγενέστερο χρονικά εγκάρσιο τείχος, από το οποίο σώζεται μόνο το δυτικό τμήμα του. Η κάτοψη του παραπέμπει σε ακανόνιστο τραπέζιο και η κατασκευή του, που δεν θυμίζει σχεδόν σε τίποτα τον μυκηναϊκό εξωτερικό περίβολο, αλλά διαθέτει κοινά χαρακτηριστικά με την οχύρωση της Σελλασίας στην βόρεια Λακωνία, είναι αρκετά στοιχεία για να οδηγήσουν στο συμπέρασμα πως η δεύτερη οικοδομική φάση του κάστρου του Χελμού πρέπει να χρονολογηθεί στα χρόνια του Σπαρτιάτη βασιλιά Κλεομένη Γ' (235 - 222 π.Χ.).

Η υστερότερη σωζόμενη φάση τέλος των οχυρώσεων ανήκει στη μεσαιωνική περίοδο και πιο συγκεκριμένα στον 13 ο αιώνα και φέρει δύο βασικά χαρακτηριστικά: την επιμελημένη κατασκευή και την προστασία σαφώς μικρότερης έκτασης από ότι οι δύο προηγούμενες.