Δήμος Φαλαισίας Αρκαδία Ελλάδα

Home ΙΣΤΟΡΙΑ Πάρκο Ηρώων ΚΟΛΟΚΟΤΡΩΝΗΣ

ΚΟΛΟΚΟΤΡΩΝΗΣ

ΚΟΛΟΚΟΤΡΩΝΗΣ Θεόδωρος του Κωνσταντίνου και της Γεωργίτσας (Ζαμπιάς, Τζατζιάς), το γένος ΚΩΤΣΑΚΗ , προεστού της Αλωνίσταινας.

Γεννήθηκε την 3-4-1770 (Δευτέρα της Λαμπρής) κάτω από ένα δέντρο (βελανιδιά) στο βουνό Ραμοβούνι της Μεσσηνίας. Λίγες εβδομάδες νωρίτερα είχαν αρχίσει τα Ορλωφικά γεγονότα στο Μοριά και ο πατέρας του και ο πατέρας του που ήταν αρματολός της Κορίνθου, είχε μεταβεί στη Μάνη. Η μάνα του καταδιωκόμενη από τον τουρκικό στρατό κρυβόταν στα βουνά μετακινούμενη συνεχώς με τα μικρά παιδιά της και τον Θεοδωράκη στην κοιλιά. Εκεί στο Ραμοβούνι την έπιασαν οι πόνοι της γέννας και ολομόναχη γέννησε τον μεγάλο ηγέτη της φυλής.

Τα παιδικά του χρόνια σημαδεύτηκαν από τον απόηχο των Ορλωφικών και τον θάνατο του πατέρα του. Το 1779 εκδιώχθηκαν από τον Μοριά οι ορδές των Αλβανών πλιατσικολόγων κατόπιν συνεργασίας των ντόπιων (Ελλήνων) κλεφταρματολών και του τουρκικού στρατού. Τον επόμενο χρόνο (1780) ο Τούρκος Καπουδάν Πασάς, Γαζή Χασάν Τζεζαερλή Μαντάλογλου, απήτησε από τους κλέφτες να του δηλώσουν υποταγή. Οι Κολοκοτρωναίοι και άλλοι οπλαρχηγοί αρνήθηκαν. Κατόπιν αυτού τουρκικά στρατεύματα από τα Μπαρδουνοχώρια υπό τον Αλή Μπέη πολιόρκησαν τους πύργους του Παναγιώταρου (Παναγιώτη) Βενετσανάκη στην Καστάνιτσα της Μάνης, όπου είχαν καταφύγει λίγοι Έλληνες μαχητές με τις οικογένειές τους. Οι Τούρκοι τους έκοψαν το νερό και οι πολιορκούμενοι έκαναν ηρωική έξοδο (Ιούλιος 1780). Σκοτώθηκαν πολλοί οπλαρχηγοί: Τρεις Κολοκοτρωναίοι (Κωνσταντίνος, Γεώργιος και Αποστόλης, αδελφοί), ο Παναγιώταρος, Κόρδας, Θειακός κ.λ.π. Από τους Κολοκοτρωναίους διέφυγαν σώοι: Ο δεκαετής Θεόδωρος, η μάνα του, η αδελφή του, ο νεογέννητος αδελφός του Νικόλαος και ο αδελφός του πατέρα του Αναγνώστης.

Τα αδέλφια (του Θεόδωρου): Γιάννης και Χρήστος σκλαβώθηκαν και εξαγοράσθηκαν αργότερα. Οι διαφυγόντες Κολοκοτρωναίοι κατέφυγαν στο χωριό Μηλιά της Μάνης και παρέμειναν επί τρία χρόνια. Κατόπιν ο Αναγνώστης ρίζωσε στον Άκοβο της Φαλαισίας όπου έχτισε σπίτι και συμπεθέρεψε με τον ντόπιο Γεωργάκη Μεταξά, άνθρωπο του ντουφεκιού. Πήγαν στη Μηλιά τα αδέλφια της μάνας του (Κωτσακαίοι) και μετέφεραν προφυλαχτά την ορφανεμένη οικογένεια του Κωνσταντή Κολοκοτρώνη στην Αλωνίσταινα όπου την φιλοξένησαν επί 2 περίπου χρόνια (1783-1785). Κατόπιν πληροφορήθηκαν οι Τούρκοι της Τριπολιτσάς ποιοί ήσαν και αναγκάσθηκαν να φύγουν και να πάνε στον Άκοβο (1785). Ο Θεόδωρος ήταν 15 ετών έφηβος και στα 17 του (1787) οι κάτοικοι του Ακόβου τον διόρισαν οπλαρχηγό της περιοχής.

Το 1780 σε ηλικία 20 ετών παντρεύτηκε την Αικατερίνη Καρούτσου του Δημητρίου, παλαιότερα προεστού του Ακόβου, τον οποίο σκότωσαν οι Τούρκοι στο Ναύπλιο. Έχτισε σπίτι στον Άκοβο, πήρε προίκα χωράφια, αμπέλια και ελιές, στην περιφέρεια του χωριού αυτού και στους Γιανναίους, χωράφια με αλώνι και αγροικία στην τοποθεσία Πετραίικο η Μιάρεση και νερόμυλο στην παρυφή του Καρνίωνα ποταμού. Έζησε ήρεμο βίο ως αγρότης, κτηνοτρόφος και μυλωνάς, λαμβάνοντας πάντοτε μέτρα αυτοπροστασίας μέχρι το τέλος του 1797. Το 1798 γεννήθηκε στον Άκοβο ο πρωτότοκος γιος του, Πάνος. Από το 1797 οι Τούρκοι του Λεονταρίου επιζητούν πρόφαση να τον σκοτώσουν και αναγκάσθηκε επί 5 περίπου χρόνια (1797-1802) να διατελέσει διαδοχικά κλέφτης επικεφαλής 60 παλικαριών και αρματολός των επαρχιών Λεονταρίου και Κρυταίνης. Το 1802 εκδόθηκε σουλτανικό φιρμάνι να σκοτώσουν με κάθε τρόπο τον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη και τον Αθανάσιο Πετιμεζά. Παρόμοιο φιρμάνι εξεδόθη και τον Ιανουάριο του 1806 οπότε εδολοφονήθη ο Πετιμεζάς ενώ ο Κολοκοτρώνης διέφυγε στη Μάνη όπου παρολίγο να τον φαρμακώσουν και τελικά την άνοιξη του ιδίου χρόνου έφθασε στη Ζάκυνθο. Εκεί για να επιβιώσει ο ίδιος και η οικογένειά του, άσκησε δίαφορα επαγγέλματα (ζωέμπορας, ναυτοκουρσάρος κ.λ.π.), επισκέφθηκε πολλές φορές κρυφά το Μοριά και τελικά κατετάγη στα Ελληνικά Σώματα της Επτανήσου υπό βρετανική διοίκηση και έφθασε στο βαθμό του ταγματάρχου. Μέσα στον Αγιώργη της Ζακύνθου την 1-12-1818 μυήθηκε στην Φιλική Εταιρεία από τον Αναγνωσταρά και λίγο αργότερα πήγε στην Κέρκυρα όπου συνάντησε τον Ιωάννη Καποδίστρια, τότε υπουργό εξωτερικών της Ρωσίας. Αναφέρει στα απομνημονεύματά του για αυτό το θέμα: "Εκάθησα 30 ημέρες και ομιλήσαμε πολλά περί της υποθέσεως", χωρίς άλλη διευκρίνιση. Τις τελευταίες ημέρες του 1820 έλαβε επιστολή από τον Αλέξανδρο Υψηλάντη ο οποίος του έγραφε να είναι έτοιμος γιατί την 25-3-1821 θα άρχιζε η γενική επανάσταση.

Την 6-1-1821 έφθασαν στην Σκαρδαμούλα (Καρδαμύλη) της Μάνης και φιλοξενήθηκαν στο σπίτι του παλαιού φίλου του Παναγιώτη Μούρτζινου. Συμφιλίωσε τις μεγάλες οικογένειες των μανιατών και την 23-3-1821 μαζί με τους Μαυρομιχαλαίους, Μούρτζινο, Καπετανάκηδες, Κουμουνδουράκηδες και τους Φαλαισιώτες οπλαρχηγούς Αναγνωσταρά, Νικηταρά, Παπαφλέσσα και Κεφάλα και με 2.000 οπλοφόρους ελευθέρωσαν την Καλαμάτα. Εντός ολίγων 24ώρων καθιερώθηκε ως ο αρχηγός όλων των επαναστατών και κατέστη η ψυχή των πολεμικών επιχειρήσεων σε όλο το Μοριά τον οποίο γνώριζε πιθαμή προς πιθαμή. Παντού είχε συγγενείς, κουμπάρους, φίλους και γνωστούς. Ήταν αγαπητός από όλους τους απλούς ανθρώπους και η μεγάλη δημοτικότητά του φόβισε τους πρώην κοτσαμπάσηδες και ήδη πολιτικούς, τους Φαναριώτες καλαμαράδες και μερικούς ανθρώπους των όπλων και έτσι άρχισαν να τον υπονομεύουν. Είναι γεγονός ότι ο Κολοκοτρώνης ήταν στρατηγική φυσιογνωμία, διέθετε πολιτικό αισθητήριο, εσκέπτετο και δρούσε ως πανέλλην και υπεράνω όλων είχε την πατρίδα. Ήταν επίσης μεγαλόκαρδος και επιεικής προς τους αντιπάλους του και δύο φορές (Ιούνιος 1821 στα βέρβαινα και Ιούλιος 1821 στην Ζαράκοβα) με το κύρος και την δεξιοτεχνία του διέλυσε πολυπληθείς όχλους ενόπλων και αόπλων διαδηλωτών οι οποίοι προσπάθησαν να λιντσάρουν τους κοτσαμπάσηδες. Οι αντίπαλοί του οσάκις η πατρίδα κινδύνευε (καλοκαίρι 1822 από τον Δράμαλη και άνοιξη 1825 από τον Ιμπραήμ) τον θυμήθηκαν και του ανέθεσαν την αρχηγία των όπλων για την σωτηρία της πατρίδας.

Όταν παρήρχοντο οι κίνδυνοι, του δημιουργούσαν διαρκώς προβλήματα, όπως: Μετά τον εμφύλιο του 1823-1824 και συγκεκριμένα την 12-11-1824 με πολιτικό δάκτυλο δολοφονήθηκε πλησίον του χωριού Θάνα της Τριπόλεως, ο πρωτότοκος γιος του Πάνος. Την 6-2-1825 τον έθεσαν υπό περιορισμό (φυλάκιση χωρίς δίκη και καταδίκη) στην Μονή του Προφήτη Ηλία της Ύδρας μαζί με άλλους ανθρώπους των όπλων του Μοριά. Το 1833, επί αντιβασιλείας των Βαυαρών, τον κατηγόρησαν αδίκως επί εσχάτη προδοσία και τον Σεπτέμβριο του ιδίου χρόνου συνελήφθη μαζί με τον ανηψιό του Δημήτριο Πλαπούτα (Κολιόπουλο), τον Θεόδωρο Γρίβα και άλλους αγωνιστές και φυλακίσθηκαν για μήνες στο Ιτς Καλαί (Παλαμήδι) του Ναυπλίου. Τελικά, η κατηγορία περιορίσθηκε σε αυτόν και τον Πλαπούτα και την 25-3-1834 κατεδικάσθηκαν εις θάνατον παρά την αντίδρασιν του προέδρου του δικαστηρίου Αναστασίου Πολυζωίδη και του δικαστή Γεωργίου Τερτσέτη.

Οι κατάδικοι έκαναν τις διαθήκες τους στη φυλακή, κοινώνησαν και περίμεναν να τους μεταφέρουν στη λαιμητόμο (καρμανιόλα) για εκτέλεση. Υπό την πίεση της κατακραυγής του λαού οι ποινές τους μετετράπησαν σε ισόβια δεσμά και παρέμειναν επί 11 μήνες σε πλήρη απομόνωση. Μετά από 11 μήνες που ο Όθων ενηλικιώθηκε τους έδωσε χάρη, ονόμασε τον Κολοκοτρώνη Αντιστράτηγο και τον διόρισε Σύμβουλο της Επικρατείας. Ο Κολοκοτρώνης αποφυλακίσθηκε ημίτυφλος, ρακένδυτος και ρυπαρός. Από τότε ο λαός του Ναυπλίου σκάρωσε τη φράση: "Χάλια Κολοκοτρωνέικα". Σε λίγες ημέρες έφυγε για την Αθήνα, έχτισε σπίτι στην διασταύρωση των σημερινών οδών Κολοκοτρώνη και Λέκκα και εκεί πέθανε την 4-2-1843.