Δήμος Φαλαισίας Αρκαδία Ελλάδα

Home ΛΕΟΝΤΑΡΙ Διαδρομές

Διαδρομές

Στους πολλούς και μεγάλους ορεινούς όγκους της Αρκαδίας η Φαλαισία δεσπόζει στη νότια περιοχή της Μεγαλοπολίτιδας και στα σύνορα μεταξύ των νομών Λακωνίας και Μεσσηνίας. Στις δύο κοιλάδες που δημιουργεί η βόρεια άκρη του Ταϋγέτου και που διασχίζονται από τους ποταμούς, Θειούντα (Κουτουφαρίνα) και Καρνίωνα (Ξερίλα) έχουν βρει καταφύγιο τα 20 μικρά ή μεγαλύτερα χωριά του δήμου Φαλαισίας με τους συνοικισμούς τους.

Η περιήγησή μας δεν θα μπορούσε παρά να ξεκινήσει από την καρδιά του δήμου, την πρωτεύουσά του, το ιστορικό Λεοντάρι, που βρίσκεται σκαρφαλωμένο σε υψόμετρο 540 μ. και μόλις 11 χιλιόμετρα από την Μεγαλόπολη. Χτισμένο στη θέση του αρχαίου Λεύκτρου σήμερα χαρακτηρίζεται από τα πετρόχτιστα σπίτια με χαγιάτια και τα στενομπόλια, τα στενά περάσματα, δηλαδή, που ο θρύλος θέλει μέσω αυτών να ξέφευγαν από τους εχθρούς τους οι ήρωες της Επανάστασης.

Φεύγοντας από το Λεοντάρι και ακολουθώντας τον επαρχιακό δρόμο που οδηγεί προς τα νοτιοανατολικά, επιβάλλεται μια στάση στη θέση Κούμαρος, δεξιά του δρόμου, για να θαυμάσουμε το λιτό βυζαντινό εκκλησάκι του Αγίου Νικολάου, με τις λιγοστές τοιχογραφίες, που άλλοτε ήταν καθολικό μοναστηριού, όπως μαρτυρούν και τα λιγοστά κατάλοιπα από τα κελιά, ενώ σε μικρή απόσταση, αριστερά του ίδιου δρόμου, λίγο πριν την Ξερόβρυση αξίζει να δούμε την επίσης βυζαντινή βασιλική εκκλησιά του Αγίου Γεωργίου.

Πριν φτάσουμε στη διασταύρωση που οδηγεί στο χωριό Φαλαισία, συναντάμε το δρομάκι που μετά από σύντομη διαδρομή 1500 μέτρων μας φέρνει στην τρίτη και σημαντικότερη από τις στάσεις μας, στην ιστορική μονή Παναγίας Μπούρα, που ιδρύθηκε στον 11 ο ή 12 ο αιώνα και λειτουργεί μέχρι σήμερα ως γυναικεία μονή. Αφιερωμένη στην Κοίμηση της Θεοτόκου, γιορτάζει στις 23 Αυγούστου, ενώ το όνομά της προέρχεται από το γειτονικό ομώνυμο χωριό. Η μονόχωρη βασιλική, που αποτελούσε κάποτε το καθολικό της μονής είναι αγιογραφημένη με ναϊφ μορφές από τους αδελφούς Πεδιώτη γύρω στο 1710.

Αφού έχουμε διανύσει πλέον επτά χιλιόμετρα από το Λεοντάρι, και σε υψόμετρο 760 μ., βρίσκεται το χωριό που έδωσε το όνομά του όχι μόνο στον δήμο, αλλά και σε ολόκληρη την περιοχή από την αρχαιότητα, τη Φαλαισία.Η ιστορία του σημερινού χωριού φαίνεται πως αρχίζει να γράφει τις πρώτες σελίδες της την περίοδο της Τουρκοκρατίας, όταν οι Τούρκοι κατέστρεψαν σχεδόν ολοσχερώς τις Φαλαισίες και οι ελάχιστοι κάτοικοι που κατάφεραν να γλιτώσουν βρήκαν καταφύγιο στην σημερινή θέση, ενώ στην ίδια εποχή ανάγεται και το δεύτερο όνομα του χωριού (Μπούρα).

Το Σουλάρι, 2 χιλ. αριστερά του ίδιου δρόμου, με τα γάργαρα νερά των γειτονικών πηγών, του Κεφαλόβρυσου και της Κολοκύθας, τα οποία του χάρισαν το όνομά του ( sular στα τουρκικά σημαίνει νερά) αρχικά πρέπει να αποτελούσε περιφέρεια χωριών, ενώ ένα από τα χωριά της περιφέρειας ταυτίζεται με το σημερινό Σουλάρι, ενώ η Πετρίνα ακολουθεί λίγο παρακάτω και σε υψόμετρο 640 μ. μαζί με τον οικισμό Σπαναίικα από όπου μπορεί να απολαύσει κανείς την σφηνωμένη στα βράχια μονή της Παναγίας Αμπελακίου με την θαυματουργή εικόνα της «Παναγίας της Μακελλαρίτισσας», που αποτελεί δημιουργία του Ευαγγελιστή Λουκά, σύμφωνα με την παράδοση και η οποία γιορτάζει στις 8 Σεπτεμβρίου. Στο κέντρο της μονής βρίσκεται το καθολικό, το οποίο έχει χτιστεί στο σημείο από όπου αναβλύζει από τον βράχο ιερό αγίασμα.

Συνεχίζοντας το οδοιπορικό μας και αφού αγγίξουμε τα όρια των νομών και ακολουθήσουμε αριστερή κατεύθυνση, θα βρεθούμε στις γραφικές πηγές του Ευρώτα, μέσα σε ένα ειδυλλιακό τοπίο εκεί που λέγεται ότι η Ωραία Ελένη πέρασε τα νεανικά της χρόνια, σβήνοντας τη δίψα της στα γάργαρα νερά της πηγής βορείως του κάστρου του Χελμού. Και αφού ξεδιψάσουμε κι' εμεις, σε μικρή απόσταση θα συναντήσουμε τον Σκορτσινό. Η ιστορία του χωριού φαίνεται πως ξεκινά από την αρχαιότητα καθώς τα αρχαιολογικά ευρήματα υποδεικνύουν πως στην συγκεκριμένη θέση υπήρχε οικιστικό κέντρο της Βελεμίνας, αλλά και το εντυπωσιακό κάστρο του Χελμού, που παρουσιάζεται εκτενώς στο σχετικό κεφάλαιο και του οποίου η παρουσία επιβεβαιώνεται από τον 11 ο π.Χ. αιώνα έως τον 13 ο μ.Χ. Έχουμε πια απομακρυνθεί κάπου 16 χλμ από το Λεοντάρι όταν συναντάμε σε υψόμετρο 560 μ. τον Γραικό, που οφείλει το όνομά τους είτε στο Γραίκι, τον τόπο δηλαδή που σταβλίζονται τα αιγοπρόβατα και κατ' επέκταση τον τόπο προσωρινής διαμονής των ανθρώπων ή στον μυθικό ιδρυτή του, γιο του Διός και της Πανδώρας.

Σειρά στην συνέχεια έχει ο Αναβρυτός, με τους δύο οικισμούς του.Ο Κάτω Αναβρυτός βρίσκεται σε έναν μικρό, επίπεδο κάμπο, το λεγόμενο Καμπάκι, ο οποίος περικλείεται από μικρούς κατάφυτους λόφους, ενώ κατά μήκος της δυτικής πλευράς του διέρχεται ένας λιθόστρωτος δρόμος. Το καλντερίμι αυτό, γνωστό και ως Μυστριώτικη Στράτα οδηγούσε από την Λακωνία στην Αρκαδία, ενώ στα αξιοθέατα της περιοχής λογίζονται και τα ξωκλήσια του Αγίου Δημητρίου, Αγίου Σπυρίδωνα, Αγίου Γεωργίου και Αγίου Ιωάννη.

Ο δρόμος κατόπιν οδηγεί προς τα αριστερά στον Βουτσαρά και το Ρούτσι και προς τα δεξιά στο Ανεμοδούρι.

Χτισμένο σ' ένα πλάτωμα το χωριό Βουτσαράς, οφείλει το όνομά του στον φεουδάρχη του Μεσαίωνα, τον γενναίο Λάκωνα Βουτσαρά ή Δοξαπατρή, υπερασπιστή του κάστρου Αράκλοβου κατά την εποχή της Φραγκοκρατίας. Ο σημερινός επισκέπτης μπορεί να απολαύσει το δάσος με τις βαλανιδιές, παρατεταμένη πεζοπορία προς τα καλυβέικα πηγάδια, αλλά και το μοναδικό αγνάντεμα από το Αλώνι του Σινάπη με μια πανοραμική, ανεπανάληπτη θέα προς όλα τα σημεία του ορίζοντα, ενώ τα τοπωνύμια της περιοχής που μοιάζουν τόσο με εκείνα αρχαίων οικισμών (π.χ. εκεί που βρίσκεται η περιοχή της αρχαίας Μαλέας σήμερα αποκαλείται Μάλι Κάμπος) αποδεικνύουν την μακραίωνη ιστορία του τόπου.

Η εκκλησία του Αγίου Σπυρίδωνα κυριαρχεί στην καρδιά του Ρουτσίου, ενώ τα ξωκκλήσια στεφανώνουν το χωριό. Η Γερακόβρυση, η οποία σκαμμένη πάνω στο βράχο, χρονολογείται από τα χρόνια της Τουρκοκρατίας, ενώ πιο βόρεια δημιουργούν ένα ξεχωριστό σκηνικό οι πηγές του Αλφειού και τα ερείπια του γειτονικού νερόμυλου. Αν βρεθείτε στην περιοχή της Μεταμορφώσεως, στις 6 Αυγούστου, μην χάσετε το τοπικό πανηγύρι.

Τελευταία στάση προς αυτή την διαδρομή αποτελεί το Ανεμοδούρι, που αποτελούσε την αρχαία έξοδο προς Ασεατική των διαχρονικών δρόμων από Σπάρτη- Βελεμίνα- Ορεσθάσιο, αλλά και από Μεσσηνία -Λεύκτρο -Ορεσθάσιο που περνούσαν στους πρόποδες του όρους Τσεμπερού. Ο μεγάλος αρχαίος οικισμός που έχει βρεθεί στην περιφέρεια του Ανεμοδουρίου και συγκεκριμένα στις θέσεις Παλαιόλακκα και Γκρουμουρού ταυτίζεται με το Ορεσθάσιον.

Καθώς άξονας της περιήγησή μας, όπως εξηγήσαμε εξ αρχής είναι το Λεοντάρι, οπότε για να γνωρίσουμε την νοτιοδυτική πλευρά της Φαλαισίας επιστρέφουμε στην πρωτεύουσα του δήμου και την θεωρούμε αφετηρία για να προχωρήσουμε στα υπόλοιπα γραφικά χωριά της.

Η κοίτη του Καρνίωνα και ένα πέτρινο τρίτοξο γεφύρι συνοδεύουν την διαδρομή μας προς το μεσαιωνικό κάστρο στα χρόνια της Φραγκοκρατίας, την Βελιγοστή, που αποτέλεσε κάποτε και την έδρα μίας από τις δώδεκα φράγκικες βαρωνείες του Μοριά. Λίγα μέτρα πιο μακριά από το ιστορικό κάστρο και σε υψόμετρο 440 μ. συναντά σήμερα ο επισκέπτης το ομώνυμο χωριό, που δεν ταυτίζεται όμως την αρχαία Βελιγοστή.

Η Ελληνίτσα, που ακολουθεί,έως το 1929 ονομαζόταν Μεμή. Τούτο το χωριό που γέννησε παλικάρια, που έπεσαν στον εθνικοαπελευθερωτικό Αγώνα, λέγεται πως χτίστηκε πάνω στο παλιό χωριό Ρουσαλή, το οποίο καταστράφηκε και «αναστήθηκε» χάρη στην επιμονή ενός κατοίκου του γνωστού ως Μεμή. Όνομα άλλαξε το 1929 και μετονομάστηκε με βάση το ομώνυμο βουνό, ύψους 1.269 μ., που υψώνεται στα νοτιοδυτικά του. Στην πλατεία του χωριού, στο κτίριο του δημοτικού σχολείου φιλοξενείται μικρή λαογραφική συλλογή.

Η λαγκαδιά του Καρνίωνα μας οδηγεί στην Ποταμιά, που εμφανίζεται για πρώτη φορά στα χρόνια της Ελληνικής Επανάστασης, αν και η ιστορία της περιοχής φαίνεται πως ξεκινά ήδη από την προϊστορική εποχή, όπως αποδεικνύει άλλωστε και ο διπλός ορειχάλκινος πέλεκυς, που χρονολογείται στα μυκηναϊκά χρόνια, δηλαδή μεταξύ του 15 ου και του 12 ου αιώνα π.Χ., ο οποίος εντοπίστηκε στην θέση Βάλτος.

Αξίζει μια στάση για να δείτε τα δύο ασκηταριά που βρίσκονται κοντά στην Ποταμιά. Το πρώτο σκαρφαλωμένο σε υψόμετρο 620 μ. είναι αφιερωμένο στον Όσιο Νίκωνα τον «Μετανοείτε», καθώς η παράδοση θέλει τον Όσιο Νίκωνα να παραμένει στο συγκεκριμένο σπήλαιο κατά την αποστολική του περιοδεία στη νότια Πελοπόννησο λίγο πριν τα μέσα του 10ου αιώνα, όπου και «καθωσιώθη», έγινε δηλαδή Μεγαλόσχημος. Σήμερα μια σιδερένια σκάλα που κρέμεται στον γκρεμό οδηγεί στο εσωτερικό του χώρου, που κοσμείται και από αγιογραφίες.

Το δεύτερο είναι της Ζωοδόχου Πηγής, όπου ο ασκητής που ζούσε κάποτε εκεί _σύμφωνα πάντα με την τοπική παράδοση _ επιστράτευε μαγκούρες που στερέωνε σε θάμνους για να καταφέρει με πολλές δυσκολίες να κατέβει τελικά στο χωριό, ενώ κι αυτό φέρει στο εσωτερικό του αποσπασματικά σωζόμενες τοιχογραφίες.

«Μάρτυρας» της νεότερης ιστορίας της περιοχής είναι και ο ερειπωμένος οικισμός του Χοντάλου, που βρίσκεται ένα περίπου χιλιόμετρο νότια της Ποταμιάς. Το Χοντάλου, πριν καταστραφεί από σεισμό υπήρξε, όπως λέγεται σπουδαία πόλη στο τέλος της Βυζαντινής εποχής. Στην αντίπερα όχθη του ποταμού συναντάμε το Τουρκολέκα, ένα χωριό στενά συνδεδεμένο με πολλές σημαντικές προσωπικότητες και στιγμές της Ελληνικής Επανάστασης, στο οποίο ανήκει και ο οικισμος Συρακέικα. Το Κάστρο της Ωριάς είναι ένα από τα χαρακτηριστικότερα σημεία του χωριού, αλλά όχι και το μοναδικό, που μαρτυρεί την μακραίωνη και σημαντική ιστορία του. Δεν μπορούμε βεβαίως να παραλείψουμε τα ερείπια του σπιτιού του Νικηταρά, στο κέντρο του χωριού, το Βύθισμα, γνωστό και ως «πήδημα του Νικηταρά», αλλά και τις επτά εκκλησιές του.

Στην γύρω περιοχή βρίσκεται και η Καμάρα με τον γειτονικό οικισμός της, το Καμποχώρι _ στην αρχή της μικρής κοιλάδας, που σχηματίζεται από τον ποταμό Καρνίωνα _ που ως το 1928 ονομάζονταν Μεζίνη. Στο «Κάστρο» της άνω Καμάρας διαδραμάτισαν σπουδαίο ρόλο στην Επανάσταση του 1821 οι αδελφοί Τρίγκα ή Τρίγγα, ο Νικήτας και Σωτήρης, των οποίων η εθνική δράση, σχεδόν μυθοποιήθηκε, ενώ πλήθος εκκλησιές πλαισιώνουν με την παρουσία και την ιστορία τους τα δυο χωριά. Εδώ δεν θα μπορούσαμε να μην κάνουμε ιδιαίτερη μνεία στο Παλιομονάστηρο, που γιορτάζει τον Δεκαπενταύγουστο και καταστράφηκε από τα στρατεύματα του Ιμπραήμ το 1825 και στέκει ανάμεσα σε αιωνόβια πλατάνια, κοντά στο πέτρινο τοξωτό γεφύρι.

Στο σταυροδρόμι που οδηγούν και οι δυο του δρόμοι προς το Δυρράχι συναντά ο διαβάτης τους Κάτω Γιανναίους. Ήδη από τον 9 ο αιώνα π.Χ. υπήρχε στην περιοχή ιερό αφιερωμένο στον Απόλλωνα Κερεάτα, ενώ η διαχρονική πορεία των οικισμών των Γιανναίων (Άνω και Κάτω) επιβεβαιώνεται τόσο κατά την Ενετοκρατία, όσο και κατά την περίοδο της Ελληνικής Επανάστασης, καθώς όχι μόνον οι κάτοικοί τους έλαβαν μέρος σε πολλές μάχες κατά των Τούρκων, όπως αυτή της Δραμπάλας (1825), αλλά ο Άγιος Αθανάσιος των Ανω Γιανναίων είχε χρησιμεύσει και ως στρατηγείο του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη.

Επόμενη στάση είναι το Δυρράχι, που πήρε το όνομά του από τον ήρωα Δυρράχιο, γιο της Μέλισσας και του Ποσειδώνα, που σύμφωνα με την μυθολογία ήταν οικιστής του αρχαίου Δυρραχίου, μία από τις εκατό πόλεις της αρχαίας Λακωνίας. Ο πρώτος που αναφέρεται στο Δυρράχι είναι ο Στέφανος Βυζάντιος στις αρχές του 6 ου αιώνα μ.Χ.. Αν η μαρτυρία του είναι αληθινή, τότε η ιστορία του χωριού μπορεί να αναχθεί στον 9 ο με 8 ο αιώνα π.Χ., την εποχή που φέρεται να έζησε ο νομοθέτης της Σπάρτης, Λυκούργος.

Το χρυσόβουλο του βυζαντινού αυτοκράτορα Ανδρονίκου Παλαιολόγου (1266 -1328 μ.Χ.) αποτελεί την επόμενη γραπτή μαρτυρία για το Δυρράχιο στο διάβα των αιώνων. Το 1428, όταν ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος εγκαταστάθηκε στον Μοριά, του παραχωρήθηκε περά από άλλες περιοχές και τα διαμέρισμα με τα φρούρια Μελέ, Δράχιο (Δυρράχιο) και Πολιανά (Πολιανή) με τις γύρω περιοχές.

Από την εποχή της φραγκοκρατίας σώζονται τα ερείπια παλαιού πύργου στην περιφέρεια Δυρραχίου, πάνω από τα ερείπια του Αγίου Δημητρίου, ενώ οι μαρτυρίες του 17 ου αιώνα μιλούν για σαφή ακμή της περιοχής, η οποία τον 18 ο αιώνα αποκτά επισκοπική έδρα.

Στα χρόνια της Επανάστασης του 1821 ο Π. Κεφάλας και ο Παπά - Τούρτας μαζί με τους αγωνιστές από το Δυρράχι και καπεταναίους όπως τον Κολοκοτρώνη, τον Παπαφλέσσα και τον Μαυρομιχάλη απελευθερώνουν την Καλαμάτα. Στην ίδια περιοχή βρίσκεται και το συνδεδεμένο με το όνομα του Παπαφλέσσα, μοναστήρι του Αγίου Γεωργίου της Ρεκίτσας, που δεν γλίτωσε ούτε αυτή από την οργή του Ιμπραήμ και πυρπολήθηκε. Το όνομά της, ωστόσο, το οφείλει στην σλαβική λέξη ρεκίτσα, που σημαίνει ρυάκι.

Ο ήρωας της Ελληνικής Επανάστασης, Γρηγόριος Δικαίος  ο γνωστός σε όλους Παπαφλέσσας μόνασε εκεί έως το 1817, οπότε και εκδιώχτηκε από τους Τούρκους. Σε ανάμνηση μάλιστα της εξόδου του Παπαφλέσσα η μονή γιορτάζει στις 17 Αυγούστου.

Κρεμασμένο από τον ουρανό μοιάζει να είναι το Νεοχώρι, το ψηλότερο χωριό της περιοχής, χτισμένο σε υψόμετρο 1.180 μ. και το τελευταίο πριν πάρουμε τον δρόμο της επιστροφής. Αραιά σκορπισμένα μέσα στα έλατα τα παραδοσιακά σπίτια του Νεοχωρίου δεν κατοικούνται όλο τον χρόνο.

Δύο τελευταίες στάσεις απομένουν. Η πρώτη, στο Λεπτίνι, με το έντονο παραδοσιακό στοιχείο, την πλούσια ιστορία και την μαγευτική θέα προς το Μάλεβο και την Ξεροβούνα. Παλληκάρια, όπως ο Κολοβός, που ήταν από τους πρώτους που μπήκε στο τείχος της Τριπολιτσάς το 1821, γεννήθηκαν στο Λεπτίνι, ενώ και οι γυναίκες του χωριού έχουν γράψει ηρωϊκές σελίδες στην Ιστορία.

Η δεύτερη είναι στον Άκοβο, που χτίστηκε στα χρόνια της Φραγκοκρατίας και πήρε το όνομά του από την ιταλική λέξη acqua χάρη στα γάργαρα νερά της περιοχής. Δώδεκα ολόκληρα χρόνια πέρασε στον Άκοβο ο Γέρος του Μοριά, Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, ενώ από το ίδιο χωριό καταγόταν και η μητέρα του Νικήτα Σταματελόπουλου, του γνωστού σε όλους μας Νικηταρά. Οι ντόπιοι ακόμη δείχνουν την πέτρα κοντά στην εκκλησία της Αγιασωτήρας, στην οποία, σύμφωνα με την παράδοση, ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, χάραξε τα αρχικά του. Βόρεια του Ακόβου και σε απόσταση πέντε χιλιομέτρων βρίσκεται ο οικισμός Γούπατα, χτισμένος από Ακοβίτες, στα ριζά του ιστορικού βουνού Δραμπάλα. Από την βρύση του χωριού έπαιρναν νερό οι Έλληνες αγωνιστές κατά την τριήμερη μάχη της Δραμπάλας.

Στη γύρω περιοχή συναντούμε πολλές εκκλησίες, όπως τον Άγιο Νικόλαο, κεντρική εκκλησία στον Άκοβο, βυζαντινού ρυθμού, τον Άγιο Γεώργιο, την Αγία Κυριακή, που στο ιερό της αναβλύζει κρυστάλλινο νερό, τον Προφήτη Ηλία, την Αγία Παρασκευή, τη Μεταμόρφωση του Σωτήρα και, τέλος την Αγία Σολομονή, ό,τι έχει απομείνει από το μεγάλο ιστορικό μοναστήρι, που λειτούργησε και ως Κρυφό Σχολειό.