Γενέτειρα θεών και ηρώων στην καρδιά της Πελοποννήσου η αρκαδική γη αποδεικνύεται πρωταγωνίστρια στα καθοριστικά σημεία του μύθου και δυναμικά παρούσα σε κάθε γύρισμα της Ιστορίας.
Στην κορυφή του δικού της Λυκαίου όρους ακούστηκε το πρώτο κλάμα του πατέρα θεών και ανθρώπων, του Διός. Στο ψηλότερο βουνό της, την Κυλλήνη, αντίκρισε το πρώτο φως ο Ερμής, ενώ το δικό της χώμα λόγιζαν ως πατρίδα τους τόσο η Ήρα όσο και ο Ασκληπιός. Τα πυκνά της δάση του Μαινάλου επέλεγε για να δοκιμάζει τις ικανότητες της στην τοξοβολία η Άρτεμις και στα ίδια μέρη ο Πάνας κατοικούσε με τις Δρυάδες, ενώ η Αθηνά, ο Απόλλωνας και ο Ποσειδώνας λατρεύονταν με ιδιαίτερες τιμές.
Χωρίς πρόσβαση στην θάλασσα κατά την αρχαιότητα και με τους ορεινούς όγκους να κυριαρχούν, η Αρκαδία πάντα αποτελούσε μία από τις μεγαλύτερες σε έκταση περιοχές της Πελοποννήσου _ κάτι που ισχύει μέχρι και σήμερα, καθώς ο νομός Αρκαδίας είναι ο μεγαλύτερος της Πελοποννήσου και ο τέταρτος σε έκταση στην ελληνική επικράτεια _ αλλά και από τις πιο απομονωμένες, γεγονός που συνέβαλε στο να διατηρηθούν αναλλοίωτοι οι μύθοι και οι παραδόσεις της.
Το μεγάλο φυλετικό κράτος των Αρκάδων κάνει την εμφάνισή του από τον Βορά στην καρδιά της Πελοποννήσου στις αρχές της δεύτερης χιλιετίας π.Χ. Oι πηγές μιλούν για αυτόχθονες Αρκάδες και το όνομα Αρκάς θεωρείται συνώνυμο του Πελασγός. Νεώτερες θεωρίες υποστηρίζουν πως οι Αρκάδες αφομοίωσαν τους ντόπιους Πελασγούς, οπότε ξεκίνησε και η συσχέτιση Αρκάδων -Πελασγών και γεννήθηκε ο μύθος των αυτόχθονων Αρκάδων. Μυκηναίοι και Δωριείς δεν στάθηκαν ικανοί για να αλλάξουν τις δομές των ισχυρών Αρκάδων, ενώ το πέρασμα του χρόνου βρίσκει τους κατοίκους της κεντρικότερης και ορεινότερης περιοχής της Πελοποννήσου να αποκτούν τη οριστική τους θέση στην καρδιά της, να είναι διαιρεμένοι σε πέντε έθνη: τους Αζάνες, τους Μαινάλιους, τους Ευτρησίους, τους Κυνουρίους και τους Παρρασίους και να έχουν διαμορφώσει μεγάλα οικιστικά κέντρα, όπως η Τεγέα, η Μαντίνεια και η Λυκόσουρα.
Ο ρόλος της στην Ιστορία καθοριστικός. Σχεδόν πάντα σε αντιπαλότητα με την Σπάρτη _ καθώς κρατούσε η προαιώνια έχθρα προς τους Δωριείς εναντίον των οποίων οι Αρκάδες είχαν αντισταθεί σθεναρά_ οι πόλεις της Αρκαδίας δημιούργησαν το Αρκαδικό Κοινό, μια ελεύθερη ομοσπονδία δηλαδή των οικισμών τους, που γνώρισε αρκετές περιπέτειες και κατά την δεκαετία 371 - 361 π.Χ. οδήγησε στην ίδρυση της Μεγάλης Πόλης. Για να αντιληφθεί ο επισκέπτης την σημασία της Αρκαδίας στην αρχαιότητα δεν έχει παρά να θαυμάσει τους ναούς, τα δημόσια και ιδιωτικά κτίρια που έχουν αποκαλυφθεί _ ανάμεσά τους , ο ναός του Επικούρειου Απόλλωνα στις Βάσσες της Φιγαλείας, που θεωρείται ο «Παρθενώνας» της Πελοποννήσου, αλλά και η βίλα του Ηρώδη του Αττικού στη Λουκού, κοντά στο Άστρος.
Το τέλος του αρχαίου κόσμου βρίσκει την Αρκαδία να πλήττεται από επιδρομές βαρβαρικών φύλων από τον Βορρά, αλλά και να αναδεικνύεται σε κέντρο διάδοσης της χριστιανικής θρησκείας, αφού φέρεται ως έδρα τεσσάρων θρησκευτικών κέντρων, των μητροπόλεων Μαντινείας, Τεγέας, Μεγαλοπόλεως και Θέλπουσας (ε' αιώνας), ενώ το 963 αποκτά το αρχαιότερο μοναστήρι της Πελοποννήσου, την Μονή Φιλοσόφου, που βρίσκεται στη δυτική όχθη του Λούσιου ποταμού.
Η ρωμαιοκρατία, όμως, και οι βαρβαρικές επιδρομές, συνετέλεσαν στην ερήμωση και τη βαθμιαία απαξίωση και εξαφάνιση των ονομαστών αυτών κέντρων και στα ερείπιά τους εμφανίζονται νέες βυζαντινές πόλεις που ήλθαν να δώσουν νέο παρόν και να συνεχίσουν τη ζωή του τόπου. Έτσι παραπλήσια της Μεγάλης Πόλεως εμφανίζεται η Βελιγοστή η οποία μαζί με το Νύκλι στα ερείπια της Τεγέας «είναι πόλεις προεστές εις όλον τον Μορέα».
Το σκηνικό αλλάζει οριστικά στην Αρκαδία όταν κάνουν την εμφάνισή τους οι Φράγκοι μετά την άλωση της Κωνσταντινούπολης, το 1204 και σύντομα επεκτείνονται νοτιότερα, καταλαμβάνοντας ολόκληρη την Πελοπόννησο που αποτελούσε και τον κύριο στόχο τους. Ο πρίγκιπας της Αχαϊας Γοδεφρείδος Βιλλεαρδουίνος, διαιρεί το Μοριά σε 4 βαρωνίες, σύμφωνα με το φεουδαρχικό σύστημα και οργανώνει την άμυνά τους με την κατάληψη των φρουρίων στην ενδοχώρα και τη δημιουργία νέων κάστρων. Το 1320 οι Φράγκοι αρχίζουν να απομακρύνονται, τα βυζαντινά μνημεία να πληθαίνουν, αλλά η Αρκαδία ούτε τότε ησύχασε καθώς εξακολουθούσε να αποτελεί σκηνικό των εμφυλίων συγκρούσεων μεταξύ Κατακουζηνών και Παλαιολόγων, αλλά και μεταξύ των ίδιων των αδελφών Παλαιολόγων, κατάσταση που διατηρήθηκε μέχρι την οριστική κατάληψη της περιοχής από τον ίδιο το Μωάμεθ το 1460.
Η νέα εποχή φέρνει και ένα νέο κέντρο στο προσκήνιο, την Τριπολιτσά, που εμφανίζεται πριν από τον 17 ο αιώνα στην μέση του οροπεδίου που κάποτε αποτελούσε πλουτοπαραγωγική πηγή για την Τεγέα και την Μαντίνεια, ενώ οι περισσότεροι Αρκάδες επιλέγουν να μετεγκατασταθούν σε ορεινές και απρόσιτες περιοχές, όχι μόνο επειδή τα πεδινά είχαν καταληφθεί από τους Τούρκους, αλλά και επειδή επεδίωκαν να ξεφύγουν από την παρουσία του κατακτητή. Σε εκείνα τα απόκρημνα βουνά έστηναν τα λημέρια τους και έβρισκαν καταφύγιο οι Κλέφτες, που χιλιοτραγουδήθηκαν από την δημοτική παράδοση και εναλλάσσονταν με τους Αρματολούς, στήνοντας το δικό τους μετερίζι αντίστασης.
Στο κέντρο της επόμενης σελίδας της Ιστορίας είναι γραμμένη η συνθήκη του Κάρλοβιτς (1699), που αναγνωρίζει το πέρασμα της Πελοποννήσου στα ενετικά χέρια και σηματοδοτεί τη νέα περίοδο της τριακονταετούς Ενετοκρατίας (1685-1715). Οι έμπειροι στα διοικητικά Ενετοί, προκειμένου να εκμεταλλευτούν καλύτερα τους φυσικούς πόρους της πλούσιας περιοχής του Μοριά, οργανώνουν την περιοχή κατά το φεουδαλικό σύστημα και κατά τρόπο που να εξυπηρετεί καλύτερα τα οικονομικά τους συμφέροντα. Η Πελοπόννησος αποκτά τέσσερις μεγάλες διοικητικές μονάδες ( provincie) , που με τις υποδιαιρέσεις τους, αποτελούσαν τις 24 περιοχές ( territorii), οργάνωση που αντιστοιχούσε στους οθωμανικούς καζάδες - βιλαέτια, από τα οποία τα τέσσερα ιδρύθηκαν στην Αρκαδία (της Τρίπολης, του Αγίου Πέτρου, της Καρύταινας και του Λεονταρίου).
Λίγα όμως χρόνια αργότερα, το 1715, οι Τούρκοι, που ποτέ δεν ξέχασαν την χαμένη Πελοπόννησο, επέστρεψαν με σχετική ευκολία τόσο λόγω της ενετικής παρακμής, όσο και διότι οι κάτοικοι έχοντας γνωρίσει την σκληρότητα των Δυτικών, αντιμετώπισαν ως λύτρωση την άφιξη των Τούρκων. Οι συνθήκες με την επάνοδο των Τούρκων μοιάζουν καλύτερες για δύο κυρίως λόγους: πρώτον διότι εγκαθιδρύεται αυτόνομο κοινοτικό σύστημα για τους χριστιανούς υπηκόους και δεύτερον διότι δημιουργήθηκε μεγάλη εμπορική κίνηση, καθώς οι πρώτες ύλες της περιοχής είχαν γίνει περιζήτητες στη Δύση που τότε άρχισε να ζεί τη βιομηχανική της επανάσταση.
Οι δύο αυτοί λόγοι δεν ήταν όμως και αρκετοί για να συνεχίσουν να ανέχονται οι Έλληνες τον τουρκικό ζυγό. Οι πρώτες σημαντικές νίκες στο Λεβίδι στα μέσα Απριλίου του 1821 και στο Βαλτέτσι τον επόμενο μήνα, είναι εκείνες που αναπτέρωσαν το ηθικό των Ελλήνων και απέδειξαν πως ο αντίπαλος μπορεί να ηττηθεί. Η κατάληψη της Τριπολιτσάς την 23 Σεπτεμβρίου 1821 και η παρουσία ηγετικών φυσιογνωμιών, όπως του Κολοκοτρώνη, του Παπαφλέ σσα, του Νικηταρά και των άλλων επώνυμων και ανώνυμων ηρώων, έπαιξαν καθοριστικό ρόλο στην ευτυχή έκβαση της Ελληνικής Επανάστασης. Από την άλλη πλευρά όμως η Αρκαδία έγινε και επίκεντρο της εμφύλιας διαμάχης ανάμεσα σε προκρίτους (την παλιά άρχουσα τάξη) και τους οπλαρχηγούς, που εκπροσωπούσαν τη νέα δύναμη.
Μπορεί ίσως η προσφορά της Αρκαδίας να είναι κυρίως αναγνωρισμένη στην τελευταία αυτή περίοδο που αναφέραμε, του εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα, αλλά η παρουσία της στην Ιστορία δεν κλείνει εδώ. Σχολεία, τέχνες και γράμματα άνθισαν σε τούτη την ορεινή γωνιά της Ελλάδας, που κατάφερε να αναστηθεί για ακόμη μια φορά. Παρούσα και στην Εθνική Αντίσταση κατά των Γερμανών η Αρκαδία δεν κατάφερε να ξεφύγει από την μοίρα της. Ένα από τα σκληρότερα χτυπήματα, εκείνο της μετανάστευσης, το δέχτηκε ενώ ήταν ελεύθερη πλέον, αλλά αδύναμη να συντηρήσει τα ανήσυχα τέκνα της.
Ακόμη και σήμερα πάντως οι Αρκάδες είτε ζουν στον τόπο τους είτε μακριά από αυτόν, αγωνίζονται για να την κάνουν περήφανη σε κάθε γωνιά του κόσμου με τα επιτεύγματά τους και τα καταφέρνουν καθώς έχουν πλέον στο αίμα τους το πείσμα, αλλά και την δύναμη να επιβιώνουν και να τα καταφέρνουν ακόμη και στις πιο αντίξοες συνθήκες όπως αποδεικνύει η μακραίωνη Ιστορία τους.
ΙΣΤΟΡΙΑ 